Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Το ΑΓΑΛΜΑ του ΔΙΑ στην ΟΛΥΜΠΙΑ


Το diadrastiko έγραψε: To 2004, τελέστηκαν στην Ελλάδα για δεύτερη φορά μετά από σχεδόν 100 χρόνια, οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες, οι οποίοι βέβαια, στο σύνολό τους, καμία σχέση δεν έχουν με εκείνους που πρωτοέγιναν το 776 π.Χ. – ή και παλιότερα σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις, κατά την εποχή του Ηρακλή.

Μόνο κατ όνομα είναι Ολυμπιακοί οι αγώνες αυτοί, καθώς ούτε ως προς το πνεύμα, ούτε προς τα αθλήματα, ούτε ως προς την διάρκειά τους, ούτε ως προς την καταγωγή των συμμετεχόντων, ούτε ως προς το ότι δεν είναι αφιερωμένα σε κάποια θεότητα, ούτε ως προς κάτι άλλο, έχουν κάποια συγγένεια με αυτούς της αρχαίας εποχής.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες διεξάγονταν προς τιμή του θεού Δία, το άγαλμα του οποίου, στην αρχαία Ολυμπία, συγκαταλέγεται στα 7 Θαύματα του Κόσμου.

Η Ολυμπία, όπως η Δωδώνη, οι Δελφοί, κλπ ήταν τόπος λατρείας και «περιείχε» το μεγαλοπρεπέστερο όλων των κτιρίων, τον ναό τον αφιερωμένο στον ίδιο τον Δία, θεό θεών και ανθρώπων. Αρχιτέκτονας του ναού ήταν ο Λίβων (α΄ μισό ε΄ αιώνα π.Χ.) από την γειτονική πόλη Ήλιδα, ο κράτιστος των Ελλήνων αρχιτεκτόνων της ακμής του δωρικού ρυθμού. Ο ναός κτίστηκε μεταξύ των ετών 466 και 456 π.Χ.

Μέσα του στέγαζε ένα από τα επιβλητικότερα και καλλιεπέστερα λατρευτικά αγάλματα που φιλοτεχνήθηκαν ποτέ. Πρόκειται για ένα δημιούργημα που μέσα του και σε όλη του την εμφάνιση μπορούσε να ενσαρκώνει το ιδεώδες και την φύση του θεού των θεών. Το σπουδαίο αυτό είδωλο καλλιτέχνησε ένας πολίτης των Αθηνών,  ο πολύ γνωστός σε όλους μας Φειδίας, γιος του Χαρμίδη, ο οποίος είχε ήδη χαρίσει στην πόλη του δύο εκπληκτικά ομοιώματα της θεάς Αθηνάς, εξαίσιας τέχνης και τεχνικής.

Κατ αρχήν το άγαλμα, που βρισκόταν στο δυτικό άκρο του ναού, ήταν τεράστιου μεγέθους, όπως μας ο λεει ο Στράβων. Ήταν τόσο μεγάλο σε σχέση με τον ναό που θα μπορούσαμε άνετα να κατηγορήσουμε τον γλύπτη, ότι δεν εκτίμησε τις σωστές αναλογίες. Σύμφωνα με ένα ποίημα του Καλλίμαχου (305 – 240 π.Χ) πρέπει να είχε ύψος περίπου όσο ένα τριώροφο σπίτι, έφτανε δηλαδή τα 13μ. Οι ανασκαφές μας δίνουν τις διαστάσεις της βάσης περίπου στα εξήμιση επί δέκα μέτρα και ύψος πάνω από 1μ.

Η απεικόνιση παρουσίαζε τον Δία καθιστό, αν και το κεφάλι του σχεδόν άγγιζε την οροφή του ναού ώστε μας έδινε την εντύπωση πως αν ο Δίας σηκωνόταν, θα τρύπαγε την στέγη του ναού και θα τον άφηνε άσκεπο. Σύμφωνα με τον Παυσανία στο κεφάλι του είχε στεφάνι με απομίμηση κλωναριών ελιάς. Στο δεξί του χέρι κρατούσε την Νίκη η οποία ήταν φτιαγμένη από ελεφαντόδοντο και χρυσό, ενώ με το άλλο κρατούσε σκήπτρο που ήταν στολισμένο με πολλά διαφορετικά μέταλλα και πάνω του στεκόταν ένας αετός. Τα υποδήματα του θεού αλλά και το ιμάτιό του ήταν από χρυσάφι και κοσμημένο με εικόνες ζώων και κρίνων. Ανάλογη χάρη είχε και ο θρόνος που ήταν ποικιλμένος με χρυσό, πολύτιμες πέτρες, έβενο και ελεφαντόδοντο. 

Οι τοιχογραφίες γύρω από το άγαλμα ήταν του κορυφαίου ζωγράφου της εποχής, Πάναινου, ανιψιού ή αδελφού του Φειδία αλλά και συνεργάτη του, ο οποίος είχε φιλοτεχνήσει την Ποικίλη Στοά.

Λέγεται μάλιστα γι αυτόν πως μια μέρα ρώτησε τον Φειδία πως εμπνεύστηκε την μορφή του Δία, καθώς ήταν τόσο χαρισματική και προκομμένα πετυχημένη  που και η καλύτερη γραπτή περιγραφή δεν φτάνει την έμπνευση, την οξυδέρκεια και ευφυία του γλύπτη. Ο Φειδίας, τότε τον παρέπεμψε στον Όμηρο, όπου σε κάποιο σημείο του περιγράφει τον Δία τόσο αυστηρό που με ένα και μόνο νεύμα της κεφαλής του μπορούσε να κάνει ολόκληρο τον Όλυμπο να τρέμει. Σχετικά, ο Δίων με τον δικό του τρόπο προσπαθεί να μας αποδώσει όλες τις κρυφές ερμηνείες που ενυπάρχουν μέσα στο μικρό απόσπασμα του Ομήρου και αναφέρεται στις διάφορες προσωνυμίες της φύσης του Δία «Πατέρας και βασιλιάς, Προστάτης των πόλεων, θεός της φιλίας και της συντροφικότητας, Προστάτης των ικετών, Θεός της Φιλοξενίας, Δότης των αγαθών…». Όλες αυτές τις έννοιες και τις εκδηλώσεις του θεού, ο Φειδίας είχε καταφέρει με περισσή μαεστρία να τις ενσαρκώσει στο απαράμιλλης τέχνης, δημιούργημά του.

Πίσω από την μεγαλειώδη τέχνη του Φειδία, κρυβόταν και μία εξίσου σπουδαία τεχνική που είχε αναπτύξει και καθιερώσει στην Αθήνα και που επέτρεπε την κατασκευή χρυσελεφάντινων αγαλμάτων τεράστιου μεγέθους. Αν και ο τρόπος της κατασκευής του θα μας αναγκάσει σε μία πιο πεζή περιγραφή, ωστόσο πρόκειται για μία αριστουργηματική μέθοδο για την εποχή του. Πρώτα επέλεγε που και πως θα εγειρόταν το άγαλμα και σε εκείνο το σημείο έστηνε έναν ξύλινο σκελετό. Κατόπιν στο ένα από τα δύο εργαστήρια, που προφανώς χρησιμοποιούσε, διαμόρφωνε το ελεφαντόδοντο ώστε να γίνουν λεπτές πλάκες που θα προσαρμόζονταν στον οδηγό-ξύλινο ομοίωμα. Στο εργαστήριο με ιδιαίτερο μεράκι και λεπτοδουλειά εργαζόταν πάνω σε ελάσματα χρυσού που θα έδιναν την εξωτερική λάμψη του αγάλματος, διάλεγε με προσοχή τα μέταλλα που θα έφτιαχνε στα ειδικά καλούπια για τις διάφορες πτυχώσεις του αγάλματος. Βέβαια, όλα τα κομμάτια μεταξύ τους ήταν τόσο περίτεχνα και περιποιημένα μεταξύ τους, που σαν ενώνονταν έδιναν την εντύπωση ενός αγάλματος που δεν φτιάχτηκε κομμάτι-κομμάτι, αλλά πως ήταν κάτι ενιαίο και ευχάριστο για το μάτι. Η κάθε λεπτομέρεια ήταν τόσο ταιριασμένη που νόμιζε κανείς ότι το άγαλμα θα σου μιλούσε και θα σε προσκαλούσε να καθίσεις δίπλα του.

Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία δέχτηκε των θαυμασμό των λατρευτών και των ικετών του για σχεδόν πέντε αιώνες. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Καλιγούλας (37-41 μ.Χ.), χωρίς να διαφέρει από εκείνους τους Ρωμαίους κατακτητές (Αύγουστος κ.α) που έκλεβαν ή «δανείζονταν» αγάλματα, μετώπες κλπ, έβαλε σκοπό να μεταφέρει το άγαλμα στην Ρώμη. Οι αρμόδιοι τεχνίτες που έστειλε να κάνουν αυτή τη δουλειά, μας λεει ο βιογράφος του, Σουητώνιος, κατατρόμαξαν και ετράπησαν σε φυγή όταν στην προσπάθειά τους να κάνουν τις απαραίτητες ενέργειες για να το μετακινήσουν, το άγαλμα ξαφνικά έβγαλε έναν καγχασμό που το ικρίωμα κατέρρευσε.

Το άγαλμα από τότε έμεινε στην θέση του για τρεισήμισι περίπου αιώνες. Χάρηκε τα μάτια του κόσμου επάνω του ως το 391 μ.Χ. οπότε και ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α΄ επηρεασμένος από τον χριστιανικό κλήρο έθεσε εκτός νόμου την ελληνική πολυθεΐα και λατρεία και έκλεισε του ναούς. Τότε καταργήθηκαν και οι Ολυμπιακοί αγώνες.

Τελικά, το λατρευτικό άγαλμα, δύο αιώνες, σχεδόν, πριν κλείσει χιλιετία ζωής, μεταφέρθηκε στην Νόβα Ρόμα (Νέα Ιερουσαλήμ), την κατοπινή Κωνσταντινούπολη ως διακοσμητικό στοιχείο σε κάποιο παλάτι στις όχθες του Βοσπόρου. Το εργαστήριο του Φειδία όπου φιλοτεχνήθηκε μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία. Στα 425 μ.Χ. ο ναός στην Ολυμπία έπεσε θύμα ύποπτης φωτιάς με αρκετές σοβαρές ζημιές, ενώ στα 462 μ.Χ. μια μεγαλύτερη πυρκαγιά κατέστρεψε το παλάτι που στέγαζε το φυγαδευμένο άγαλμα του Δία και, φυσικά, το ίδιο το άγαλμα. 

Αν σας άρεσε το θέμα διαδώστε μας με ένα κλικ Ευχαριστούμε για την επίσκεψή σας στο diadrastiko

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου